G. Rockhill, «Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του Δ. Μαρξισμού;»
Από την παρουσίαση του βιβλίου από το συγγραφέα.
Στο υπόμνημα του Συμβουλίου Ψυχολογικής Στρατηγικής (Psychological Strategy Board, PSB) του 1952 τονιζόταν σχετικά με τον «Ιδεολογικό Πόλεμο» ότι «δε μπορούμε να αναμένουμε να υπονομεύσουμε τον εχθρό εάν δε μπορούμε καν να μιλήσουμε τη γλώσσα του. […] Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μαρξική ορολογία αναφοράς». Το εξηγούν λεπτομερέστερα: Χρειάζονται «επιθέσεις κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας ανεπτυγμένες με μαρξιστική ορολογία».
Το Συμβούλιο Ψυχολογικής Στρατηγικής (Psychological Strategy Board, PSB) των Ηνωμένων Πολιτειών ιδρύθηκε το 1951 με σκοπό την εποπτεία και το συντονισμό των επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου:
της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Central Intelligence Agency, CIA),
του Υπουργείου Εξωτερικών (State Department),
των στρατιωτικών υπηρεσιών και
άλλων κυβερνητικών οργανισμών.
Παρά τη βραχύβια ύπαρξη και λειτουργία του, έθεσε τα θεμέλια πολλών πτυχών του διεθνούς ψυχολογικού πολέμου κατά του κομμουνισμού.
Το παραπάνω υπόμνημα του PSB έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για 2 τουλάχιστον λόγους.
Α. Επιμένει στη σημασία της κατασκευής και προώθησης «επιθέσεων εναντίον της κομμουνιστικής ιδεολογίας ανεπτυγμένων με μαρξιστική ορολογία», συμπεριλαμβανομένων:
Επιθέσεων στις «βασικές αρχές/παραδοχές», όπως ο υλισμός και η διαλεκτική, καθώς και
επιθέσεων στη «σταλινική διαστρέβλωση του Μαρξ, πάλι με μαρξική ορολογία, αλλά υποθέτοντας [εδώ] ότι οι βασικές αρχές/παραδοχές είναι σωστές».
Ομοίως, υποστηρίζει την «υπεράσπιση [απολογητική] της δυτικής κοινωνίας με μαρξιστική ορολογία» η οποία στοχεύει στους «διανοούμενους παντού» οι οποίοι έχουν μολυνθεί από τη μαρξιστική κοσμοθεωρία. Ο σκοπός ήταν σαφώς να επιτρέψουν στους διανοούμενος οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από το μαρξισμό —ένα ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο εκείνη την εποχή— να κρατήσουν το μαρξισμό τους μέσω μιας διαδικασίας μεταμόρφωσής του που ως δια μαγείας θα τον καθιστούσε τελικά συμβατό με τον αντικομμουνισμό και το συμβιβασμό / την προσαρμογή με τον καπιταλισμό (το λιγότερο).
Β. Αυτό το υπόμνημα ρίχνει φως στη σημασία που έχει η άμεση αλλά συγκεκαλυμμένη κρατική εμπλοκή στην επιχορήγηση της παραγωγής και της διανομής δημοσιεύσεων αυτής της γραμμής. Αυτές οι τακτικές βοηθούν να εξηγηθεί η χρηματοπιστωτική υποστήριξη του αστικού κράτους για αντικομμουνιστικές «μαρξιστικές» συζητήσεις συμβιβασμένες με τον καπιταλισμό έως και ανοιχτής υποστήριξης στον ιμπεριαλισμό, τα οποία είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Δυτικού Μαρξισμού.
Ένα από τα πράγματα που ισχυρίζονται [τα υπομνήματα του Psychological Strategy Board] είναι ότι «Η παραγωγή δογμάτων δεν περιορίζεται σε πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις. Όλοι οι τομείς διανοητικών και πολιτιστικών ενδιαφερόντων, από την ανθρωπολογία και την καλλιτεχνική δημιουργία μέχρι την κοινωνιολογία και την επιστημονική μεθοδολογία, εμπίπτουν στο εύρος του προγράμματος του πολέμου των δογμάτων/διδασκαλιών [doctrinal program]». [Doctrinal Warfare]. Αυτό που επιδιώκουν είναι η πλήρης κυριαρχία στον ιδεολογικό τομέα.
Ένα από τα πράγματα που επισημαίνουν πολύ συχνά σε αυτά τα έγγραφα [της συλλογής του Συμβουλίου Ψυχολογικής Στρατηγικής (Psychological Strategy Board, PSB)] είναι το εξής: «Μακροπρόθεσμα, η πένα είναι πολύ πιο επιδραστική από το σπαθί».
Διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου «Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού;» από το συγγραφέα του, Gabriel Rockhill.
Το ιμπεριαλιστικό εποικοδόμημα.
Ο κύριος στόχος αυτού του βιβλίου ήταν να διασαφηνίσει το ιμπεριαλιστικό εποικοδόμημα, προκειμένου να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό της αριστερής πολιτικής μακριά από τις αντικομμουνιστικές, καπιταλιστικές και ακόμη και ιμπεριαλιστικές συμβιβαστικές θέσεις που την έχουν διαστρεβλώσει —και οι οποίες οι ίδιες, σε μεγάλο βαθμό, είναι αποτελέσματα του ιμπεριαλισμού. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να αναζωογονήσει τον αντιιμπεριαλιστικό μαρξισμό, ή μαρξισμό-λενινισμό, ως τον απαραίτητο ορίζοντα για τον αγώνα μας. Είναι αυτό το θετικό πρόγραμμα που πλαισιώνει και καθιστά συνεκτικά όλα τα κρίσιμα λειτουργικά στοιχεία στο ίδιο το έργο.
Δευτερευόντως, το βιβλίο αυτό επιδιώκει, επίσης, να συμβάλει στην αναζωογόνηση των αυθεντικών μαρξιστικών αναλύσεων του πολιτισμού που δεν περιορίζονται στα όρια του λεγόμενου «πολιτιστικού μαρξισμού».
Ορισμός του εποικοδομήματος.
Εποικοδόμημα είναι το σύστημα των θεσμών και των πρακτικών που προκύπτει από την οικονομική βάση μιας κοινωνίας, αλλά και που συμβάλλει στη διαιώνισή της, και συνεπώς των ταξικών σχέσεών της. Μερικές φορές χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της ιδεολογίας, αλλά έχει το πλεονέκτημα ότι επιμένει στις θεσμοθετημένες υλικές δυνάμεις [υλική θεσμικότητα] που παράγουν, συγκροτούν και διαιωνίζουν την ιδεολογία, συνθέτοντας τους ανθρώπους σε κάθε πτυχή της ζωής τους. Δηλαδή, όχι μόνο τις ιδέες και τις κοσμοθεωρίες τους, αλλά και τις αντιλήψεις, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες, τις πρακτικές τους κ.ο.κ.
Σύμφωνα με την οξυδερκή ανάλυση του Μαρξ, το εποικοδόμημα αποτελείται από δύο αλληλένδετες συνιστώσες:
Τον πολιτικό – νομικό μηχανισμό [apparatus], ο οποίος συγκεντρώνεται στο κράτος.
Τον πολιτιστικό μηχανισμό, ο οποίος μορφοποιεί την κοινωνική συνείδηση.
Ο πολιτικός – νομικός μηχανισμός: η αόρατη κυβέρνηση.
Όσον αφορά την 1η συνιστώσα, ο 1ος τόμος [«Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού;»] της τριλογίας [“The Intellectual World War”] αποτελεί μια μελέτη της πραγματικής λειτουργίας του αστικού κράτους, το οποίο έχει καταλήξει να βασίζεται όλο και περισσότερο σε μυστικές επιχειρήσεις και σε αυτό που ο Λένιν ονόμαζε «αόρατη κυβέρνηση» στην εποχή του ιμπεριαλισμού. [Κατά το πέρασμα στην εποχή του ιμπεριαλισμού] καθώς η ταξική ανισότητα γινόταν όλο και πιο πολωμένη, και τα έθνη εισέρχονταν σε ενδοϊμπεριαλιστικές αντιπαλότητες υπό το μονοπωλιακό καπιταλισμό, τα αστικά κράτη βασίζονταν όλο και περισσότερο στους άνδρες και τις γυναίκες των σκιών.
Ακριβώς στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δημιούργησαν μια σειρά από νέες μυστικές υπηρεσίες. Η επιθυμία να ελέγχουν τεράστιες περιοχές/επικράτειες χωρίς να διαθέτουν τις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις για να τις καθυποτάξουν, σε συνδυασμό με την ανάγκη να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τους σκοπούς των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών εθνών, οδήγησε σε μια τεράστια αύξηση των μυστικών υπηρεσιών πληροφοριών. Αυτές χρησιμοποιούσαν την κατασκοπεία για να ανακαλύψουν τις προθέσεις των αντίπαλων ιμπεριαλιστών και να λάβουν μυστικά μέτρα για την καταστολή πιθανών εξεγέρσεων ή την ενδυνάμωση των [εξαρτημένων] καθεστώτων [αντιπροσωπειών] [client regimes] στις ίδιες τις αποικίες.
Όταν τα σοσιαλιστικά προγράμματα κρατικής οικοδόμησης άρχισαν να σπάνε σοβαρά τις αλυσίδες του ιμπεριαλισμού το 1917 και να απομακρύνουν χώρες από την παγκόσμια ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων, οι μυστικές υπηρεσίες απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τη διεξαγωγή και επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου με σκοπό τη δημιουργία εχθρότητας προς τους αντιιμπεριαλιστές και εκστρατειών αποσταθεροποίησης με στόχο την ανατροπή των επαναστατικών σοσιαλιστικών καθεστώτων.
Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ και η «Αυτοκρατορία του Θεάματος».
Οι μυστικές επιχειρήσεις ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για το ειδικό υπόδειγμα οικοδόμησης «αυτοκρατορίας» που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αναδείχθηκαν από το Β’ ΠΠ ως η ηγετική ιμπεριαλιστική δύναμη. Μια σειρά παραγόντων συνέβαλε στην υπερβολική εξάρτησή της από τη «δυαδική διακυβέρνηση», δηλαδή τη συνδυασμένη χρήση εμφανών και μυστικών —ορατών και αόρατων— μορφών διακυβέρνησης.
Κατ’ αρχάς, η χώρα έχει μια μακρά παράδοση άρνησης της «αυτοκρατορικής» της φύσης, βασισμένη σε ένα ισχυρό ιδεολογικό αφήγημα το οποίο υποστηρίζει ότι απελευθερώθηκε από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία κ.λπ.
Δεύτερον, έγινε ο ηγέτης του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου νικώντας τους κύριους αντιπάλους της —τους καθυστερημένους στην ιμπεριαλιστική γιορτή: τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Προκειμένου να καλύψουν τη διαφορά και να ξεπεράσουν τους καθιερωμένους ανταγωνιστές τους, αυτές οι χώρες είχαν εμπλακεί σε μια έντονη μορφή ιμπεριαλιστικής επέλασης, η οποία έγινε διεθνώς γνωστή και καταδικάστηκε ως φασισμός. Για να κερδίσουν τον πόλεμο εναντίον τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να συμμαχήσουν τακτικά με τον πρώην και μελλοντικό εχθρό τους, τον ηγέτη του σοσιαλιστικού αντιφασιστικού στρατοπέδου, τη Σοβιετική Ένωση. Το θεμελιώδες ιδεολογικό αφήγημα που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν αναδείχθηκαν νικητές του πολέμου ήταν, επομένως, ότι ήταν αποφασιστικά αντιφασιστικές και (φιλο-)δημοκρατικές.
Τρίτον, ο αντιφασιστικός αγώνας συνεχίστηκε μετά το Β’ ΠΠ με τη μορφή της πάλης για την αποικιακή απελευθέρωση από τις συμμαχικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, στην προσπάθειά τους να απελευθερώσουν τις αποικιακά εξαρτημένες χώρες από την κυριαρχία των πρώην ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, υποστήριξαν πολλούς από αυτούς τους αγώνες, ενώ τελικά επιδίωξαν να ενσωματώσουν έξυπνα τις ίδιες αυτές χώρες στη σφαίρα επιρροής τους και στα δίκτυα παγκόσμιας συσσώρευσης.
Τέταρτον, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την ηγεσία του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου όταν αυτό βρισκόταν σε δύσκολη θέση και ο σοσιαλισμός προέλαυνε σε όλο τον κόσμο ως αντιιμπεριαλιστικός αγώνας εθνικής απελευθέρωσης —από την Κίνα, την Κορέα και το Βιετνάμ έως το Κονγκό, τη Μοζαμβίκη, την Κούβα, τη Νικαράγουα και πέραν αυτών. Αυτή η «κομμουνιστική απειλή» έπρεπε να αποκρουστεί. Αλλά αυτός ο πόλεμος κατά της αντιιμπεριαλιστικής απελευθέρωσης έπρεπε να εμφανίζεται ως μια προσπάθεια για την προώθηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διεθνές επίπεδο.
Με αυτή τη σύντομη και γενική περιγραφή, βλέπουμε τις δύο αλληλοσυγκρουόμενες επιταγές που αντιμετωπίζει ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ, οι οποίες εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί έχει βασιστεί περισσότερο σε μυστικές επιχειρήσεις από οποιαδήποτε προηγούμενη αυτοκρατορία. Από τη μία πλευρά, έπρεπε να χτίσει την ηγεμονία του όταν ο ιμπεριαλισμός έχανε έδαφος, διεξάγοντας έναν επιθετικό παγκόσμιο πόλεμο κατά του κομμουνισμού, ο οποίος παγκόσμιος πόλεμος για την ιμπεριαλιστική ηγεμονία περιελάμβανε τη διακριτική κατάληψη των εδαφών που προηγουμένως ελέγχονταν από τις δυτικοευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να διατηρήσει την ιδεολογική του παράδοση της άρνησης του ηγεμονισμού και να φαίνεται ότι προωθεί τη δημοκρατία, τον αντιφασισμό και την αποαποικιοποίηση.
Αντιμετωπίζοντας αυτή την αδύνατη κατάσταση, το κράτος των ΗΠΑ βασίστηκε εκτεταμένα στις μυστικές υπηρεσίες του για να αναπτύξει μια πραγματική «αυτοκρατορία του θεάματος», δηλαδή μια ιμπεριαλιστική ηγεμονική δύναμη που προωθεί επιθετικά την ατζέντα της, δημιουργώντας ταυτόχρονα θεαματικές μορφές ιδεολογικής σύγχυσης. Αν το Hollywood μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μετωνυμία για το εργοστάσιο του θεάματος, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο υπό την κάλυψη του Hollywood. Αντί να βασίζεται αποκλειστικά, ή κυρίως, σε στρατιωτικές αποστολές για την άμεση υποταγή χωρών, έχει χρησιμοποιήσει:
προπαγάνδα,
ψυχολογικό πόλεμο,
μυστικές επιχειρήσεις,
στοχευμένες δολοφονίες,
υβριδικό πόλεμο,
πόλεμο δι’ αντιπροσώπων,
νεοαποικιοκρατία,
μη κυβερνητικές οργανώσεις,
εκλογικές παρεμβάσεις
και πολλούς άλλους έξυπνους μηχανισμούς για να επιτύχει τους στόχους τους, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις αντιδράσεις για τις ενέργειές τους.
Ο πολιτιστικός μηχανισμός.
Η 2η συνιστώσα του εποικοδομήματος είναι ο πολιτιστικός μηχανισμός, δηλαδή το υλικό σύστημα πολιτιστικής παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης, καθώς και το σύστημα πολιτιστικού ελέγχου που διαμορφώνει την κοινωνική συνείδηση. Μέσα στον πολιτιστικό μηχανισμό λαμβάνει χώρα η ακαδημαϊκή ζωή, αλλά και η διανοητική εργασία. Ο πολιτισμός εδώ νοείται με την ευρύτερη έννοια, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις δραστηριότητες που σχηματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη [λογική, ψυχολογική, πολιτισμική].
Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οι αστικές κοινωνίες ασκούν μονοπωλιακό έλεγχο στην παραγωγή και διάδοση του δημόσιου πνευματικού πολιτισμού και, ως εκ τούτου, διαθέτουν ένα βαθμό ιδεολογικής εξουσίας που είναι αναμφισβήτητα άνευ προηγουμένου. Μια πολύ μικρή κλίκα αστών ασκεί κυριαρχία πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία του πνευματικού πολιτισμού που βιώνει η πλειονότητα των ανθρώπων. Αυτό ήταν ένα από τα θεμελιώδη επιχειρήματα που προτάθηκαν στον 1ο τόμο της τριλογίας, “The Intellectual World War”. Απέχοντας από το να είναι μια σφαίρα ελεύθερης έκφρασης και εξερεύνησης, ο πολιτισμός —συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, του διανοητικού πολιτισμού— υπό τον καπιταλισμό είναι μια άκρως πειθαρχημένη σφαίρα παραγωγής και κατανάλωσης που βρίσκεται υπό την κυριαρχία της τάξης των ιδιοκτητών.
Όπως υποστήριξα, το ιμπεριαλιστικό αστικό κράτος χαρακτηρίζεται από δυαδική διακυβέρνηση —που σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται και ορατοί και αόρατοι, φανεροί και κρυφοί μηχανισμοί διακυβέρνησης— έτσι και στον αστικό πολιτιστικό μηχανισμό, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, υπάρχει μια τάση να παρουσιάζεται μια δημοκρατική σκηνή, να μιλάνε για ελευθερία και ανοικτότητα, ενώ διακριτικά αυτή η σκηνή ελέγχεται ολοκληρωτικά από τα παρασκήνια. Έτσι, η δυαδική διακυβέρνηση του ιμπεριαλιστικού κράτους συμπληρώνεται από μια ελαφρώς διαφορετική μορφή δυαδικής διακυβέρνησης η οποία λειτουργεί εντός του ιμπεριαλιστικού πολιτιστικού μηχανισμού. Επιπλέον, αυτά τα δύο πάνε μαζί. Ο πολιτιστικός μηχανισμός διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες του αστικού κράτους. Λειτουργεί σε στενή συνεργασία με τον πολιτικό – νομικό μηχανισμό για την προώθηση μιας κοινής ατζέντας.
Δεδομένης της μοναδικής φύσης της οικοδόμησης του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, ο πολιτιστικός μηχανισμός συγκαλύπτει τις ιμπεριαλιστικές εκμεταλλεύσεις του, ενώ παράλληλα κατασκευάζει επιμελώς κοσμοθεωρίες που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.
Η ιμπεριαλιστική βιομηχανία των ιδεών.
Ο 1ος τόμος αυτής της μελέτης ξεκινά με μια εξέταση της μαρξιστικής μεθόδου για τη μελέτη του πολιτισμού, αλλά διαφέρει σημαντικά από αυτό που ονομάζεται «πολιτιστικός μαρξισμός», και την εγκατάλειψη της πολιτικής οικονομίας και της ανάλυσης του ιμπεριαλισμού, της πράξης.
Το 1ο κεφάλαιο διευκρινίζει τη διαλεκτική και ιστορικο-υλιστική προσέγγιση των ιδεών, ρίχνοντας φως στον τρόπο λειτουργίας του διανοητικού μηχανισμού του ιμπεριαλιστικού εποικοδομήματος. Ο διανοητικός μηχανισμός είναι απλώς μια ειδική συνιστώσα αυτού του ευρύτερου πολιτιστικού μηχανισμού. Το 2ο κεφάλαιο παρέχει μια επισκόπηση ορισμένων από τα υλικά δίκτυα του ιμπεριαλισμού των ιδεών που έχουν κατασκευαστεί από τις ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα περίπου και τα οποία χρησιμεύουν ως γενικό υπόβαθρο για τον διανοητικό παγκόσμιο πόλεμο κατά του σοσιαλισμού. Το 3ο κεφάλαιο στρέφεται ειδικότερα στην ιμπεριαλιστική βιομηχανία των ιδεών ως μια σημαντική δύναμη για την ενίσχυση και την προώθηση μιας μορφής συμβατού συστήματος κριτικών ιδεών —δηλαδή μιας μορφής κριτικής ιδεολογίας που είναι συμβατή με τα συμφέροντα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού.
Ο λόγος για την ενίσχυση αυτού του συμβατού συστήματος κριτικών ιδεών είναι ότι αποτελεί ιδεολογικό όπλο πολέμου κατά της επαναστατικής παράδοσης του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού. Και τα 3 αυτά εισαγωγικά κεφάλαια —το α’ μισό του βιβλίου— παρέχουν το εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο είναι απαραίτητο για την κατανόηση και τη σωστή τοποθέτηση όλων των πιο συγκεκριμένων αναλύσεων που ακολουθούν.
Κριτική στον «πολιτιστικό μαρξισμό».
Αυτή η μεθοδολογική παρέμβαση μπορεί να γίνει κατανοητή, όπως προανέφερα, ως αντίκρουση στον «πολιτιστικό μαρξισμό». Αυτή η εκδοχή —ή μάλλον παραφθορά— του μαρξισμού, που επικρατεί στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα, απορρίπτει το ευρύ επιστημονικό πρόγραμμα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού. Απορρίπτει την ανάλυση του φυσικού κόσμου, την αφοσίωση στην πράξη, καθώς και κάθε σοβαρή ενασχόληση με την πολιτική οικονομία, προτιμώντας να επικεντρώνεται κυρίως στον πνευματικό πολιτισμό και, πιο συγκεκριμένα, στον αστικό πνευματικό πολιτισμό.
Ο πολιτιστικός μαρξισμός είναι, φυσικά, επικριτικός απέναντι στην καπιταλιστική κοινωνία και τις διεστραμμένες επιπτώσεις της στον πνευματικό πολιτισμό, και έχει επίσης αναλάβει την κριτική της βιομηχανίας του πνευματικού πολιτισμού. Ωστόσο, τείνει να επικεντρώνεται στην εμπειρία του καταναλωτή, ιδιαίτερα από τα μεσαία στρώματα, και δεν αναπτύσσει μια πολιτική οικονομία του πολιτισμού που να εντάσσεται στον πολιτιστικό μηχανισμό των ιμπεριαλιστικών κρατών, ούτε εξετάζει την ταξική πάλη για την ανάπτυξη ενός σοσιαλιστικού πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, ορισμένες μορφές «πολιτιστικού μαρξισμού», όπως αυτές των Adorno και Horkheimer, υμνούν επιλεγμένες μορφές αστικού πνευματικού πολιτισμού ως φορείς μιας ελευθεριακής υπόσχεσης. Ωστόσο, δεν εξηγούν ποτέ με σαφήνεια πώς ένα ποίημα του Baudelaire, ένα κομμάτι ατονικής μουσικής ή ένα θεατρικό έργο του Beckett συνδέονται συγκεκριμένα με ένα σημαντική κοινωνικό μετασχηματισμό, και τα γραπτά τους για αυτά τα θέματα διακινούν ανοιχτά διάφορες μορφές μαγικής σκέψης.
Αρχειακά τεκμήρια: Ο πόλεμος των διδασκαλιών/δογμάτων [Doctrinal Warfare].
Έχω υποβάλει δεκάδες αιτήσεις βάσει του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφορίας [Freedom of Information Act], έχω περάσει πολύ χρόνο σε αρχεία, και έχω κάνει πολλή έρευνα και σε ψηφιακά αρχεία. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συλλογές εγγράφων που βρήκα είναι εκείνη του Συμβουλίου Ψυχολογικής Στρατηγικής (Psychological Strategy Board, PSB). Το PSB ιδρύθηκε το 1951 με σκοπό την εποπτεία των επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου:
της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών,
του Υπουργείου Εξωτερικών,
των στρατιωτικών υπηρεσιών
και άλλων κυβερνητικών οργανισμών. Αυτό που βλέπετε σε αυτόν τον θησαυρό εγγράφων είναι στην πραγματικότητα η θεμελιώδης αρχιτεκτονική η οποία σχεδιάστηκε για το πρόγραμμα ψυχολογικού πολέμου τους σε όλο τον κόσμο.
Μία από τις πιο σημαντικές έννοιες που ανακαλύφθηκαν σε αυτόν τον θησαυρό εγγράφων είναι αυτό που αποκαλούν «πόλεμος διδασκαλιών/δογμάτων» [Doctrinal Warfare]. Όλα τα έγγραφα σχετικά με τον πόλεμο δογμάτων αναφέρονται σε αυτόν ως τον αγώνα για τον έλεγχο της ιδεολογικής κοσμοθεωρίας ή του δόγματος των ανθρώπων εν συνόλω, δηλαδή του γενικού πλαισίου εργασίας [του κατηγοριακού και εννοιολογικού εξοπλισμού] στο οποίο εντάσσονται/τοποθετούνται οι επιμέρους ιδέες. Ο λόγος για τον οποίο εστιάζουν στον πόλεμο δογμάτων είναι ότι αναγνώρισαν ότι η ιδεολογία έρχεται τακτικά σε αντίθεση με την εμπειρική πραγματικότητα. Αυτό που ήθελαν να κάνουν ήταν να εγγυηθούν τη gestalt [σχήμα, στην ψυχολογία: η ιδέα ότι ο νους προσλαμβάνει τα πράγματα ως ενοποιημένο όλο, όχι ως το άθροισμα των επιμέρους μερών τους], τη δογματική [μονολιθική, αδιαπέραστη] ιδεολογία, και να την εδραιώσουν τόσο καλά ώστε, αν τα εμπειρικά γεγονότα έρχονταν σε αντίθεση με την κοσμοθεωρία κάποιου, να μην αμφισβητείται ποτέ το συνολικό πλαίσιο ή η δογματική ιδεολογία.
Ήταν πολύ σημαντικό για αυτούς να προωθήσουν έναν πόλεμο δογμάτων που ήταν τόσο θετικός όσο και αρνητικός. Το δόγμα που στόχευαν [να καταπολεμήσουν] ήταν το σοβιετικό δόγμα —το δόγμα / η διδασκαλία στου μαρξισμού-λενινισμού όπως εκδηλωνόταν στα πραγματικά εγχειρήματα οικοδόμησης σοσιαλιστικών κρατών. Η διδασκαλία που πρότειναν ως θετική διδασκαλία ήταν αυτή του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου», του «δημοκρατικού δυτικού κόσμου» όπως τον περιέγραφαν. Μέσα σε αυτό το συνολικό πλαίσιο εργασίας, εστίαζαν όχι μόνο στην παραγωγή του διανοητικού έργου, αλλά και στη διανομή και την κατανάλωση. Ήθελαν να κυριαρχήσουν στο πλήρες φάσμα στον ιδεολογικό τομέα.
Παρουσίαση εγγράφων.
Ένα υπόμνημα της PSB από το 1953. Ένα από τα πράγματα που ισχυρίζονται [τα υπομνήματα του Psychological Strategy Board] είναι ότι «Η παραγωγή δογμάτων δεν περιορίζεται σε πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις. Όλοι οι τομείς διανοητικών και πολιτιστικών ενδιαφερόντων, από την ανθρωπολογία και την καλλιτεχνική δημιουργία μέχρι την κοινωνιολογία και την επιστημονική μεθοδολογία, εμπίπτουν στο εύρος του προγράμματος του πολέμου των δογμάτων/διδασκαλιών [doctrinal program]». [Doctrinal Warfare]. Και πάλι, αυτό που επιδιώκουν είναι η πλήρης κυριαρχία.
Ένα από τα πράγματα που επισημαίνουν πολύ συχνά σε αυτά τα έγγραφα είναι το εξής: «Μακροπρόθεσμα, η πένα είναι πολύ πιο επιδραστική από το σπαθί». Ο ιδεολογικός πόλεμος αναγνωρίζεται ως πιο σημαντικός από οποιαδήποτε μορφή άμεσου στρατιωτικού πολέμου, επειδή είναι ο πρωταρχικός πόλεμος, ο πόλεμος για τις καρδιές και τους νόες, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσονται οι στρατιωτικοί πόλεμοι και οι άμεσες εκστρατείες αυτού του είδους.
Υπάρχει, επίσης, ένα ενδιαφέρον υπόμνημα του PSB του 1952 στο οποίο τονίζουν σχετικά με τον ιδεολογικό πόλεμο ότι «δε μπορούμε να αναμένουμε να υπονομεύσουμε τον εχθρό εάν δε μπορούμε καν να μιλήσουμε τη γλώσσα του. […] Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μαρξική ορολογία αναφοράς». Το εξηγούν λεπτομερέστερα: Χρειάζονται «επιθέσεις κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας ανεπτυγμένες με μαρξιστική ορολογία». Αναγνώρισαν πολύ ρητά την ανάγκη για μια μαρξιστική διανόηση που να υιοθετεί την ορολογία και να χρησιμοποιεί τα σύμβολα του μαρξισμού, αλλά να είναι εντελώς αντικομμουνιστική και να προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πραγματικά υπάρχων σοσιαλισμός δε συμμορφώνεται με τις πραγματικές αρχές του μαρξισμού —ή αυτό που συχνά αποκαλούν σε ορισμένα έγγραφα «αυθεντικό μαρξισμό». Επίσης, υποστήριξαν την υπεράσπιση της δυτικής κοινωνίας με μαρξιστική ορολογία. Ήθελαν να δημιουργήσουν ένα ιδεολογικό περιβάλλον στο οποίο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να παραμείνουν προσκολλημένοι στον μαρξισμό και, παρ’ όλα αυτά, να αποδεχθούν τη θεμελιώδη ιδεολογική δοξασία του ιμπεριαλισμού.
Μελέτη περίπτωσης: Η Σχολή της Φρανκφούρτης.
Στο β’ μισό του βιβλίου, η προσοχή στρέφεται στη «Σχολή της Φρανκφούρτης για την Κριτική Θεωρία [σύστημα κριτικών ιδεών]» ως έναν από τους θεμελιώδεις συντελεστές της παράδοσης που είναι γνωστή ως Δυτικός Μαρξισμός.
Αν διαβάσετε το βιβλίο, θα μάθετε ότι ο Adorno και ο Horkheimer ταύτιζαν ανοιχτά τον κομμουνισμό με το φασισμό. Συμμετείχαν άμεσα στον αντικομμουνιστικό πολιτιστικό Ψυχρό Πόλεμο που διεξήγαγαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, συνεργαζόμενοι με το Συνέδριο για την Πολιτιστική Ελευθερία, ακόμα και μετά την αποκάλυψη ότι ήταν μια οργάνωση – βιτρίνα της CIA. Ο Adorno και ο Horkheimer υπερασπίστηκαν, επίσης, την ιμπεριαλιστική εισβολή του 1956 στην Αίγυπτο από το Ισραήλ, τη Βρετανία και τη Γαλλία. Αναφέρθηκαν στον Nasser, έναν από τους εξέχοντες αντιαποικιακούς ηγέτες του Κινήματος των Αδεσμεύτων, ως «φασιστικό αρχηγό που συνωμοτεί με τη Μόσχα». Αυτό ακολουθεί άμεσα τις μορφές προπαγάνδας που διαδίδονταν απευθείας από το Information Research Department της Μ. Βρετανίας. Ο Horkheimer, μάλιστα, εξέφρασε ανοιχτά την υποστήριξή του στο ιμπεριαλιστικό σχέδιο στο Βιετνάμ, υποστηρίζοντας ότι στις ΗΠΑ, όταν είναι απαραίτητο να διεξαχθεί ένας πόλεμος, δεν είναι τόσο θέμα άμυνας της πατρίδας, αλλά ουσιαστικά θέμα υπεράσπισης του συντάγματος, υπεράσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Θα μάθετε, επίσης, πώς ο Adorno και ο Horkheimer θεωρούσαν τον Walter Benjamin υποκείμενο στην «άγρια επιρροή» του Bertolt Brecht —δηλαδή, στην επιρροή του αντιιμπεριαλιστικού μαρξισμού— και τον πίεσαν να απομακρυνθεί από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα λογόκριναν ανοιχτά τις δημοσιεύσεις του. Διαθέτοντας άφθονα κεφάλαια για να υποστηρίξουν το ταξίδι του Walter Benjamin στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν έφευγε από τους Ναζί, δεν τα μοιράστηκαν μαζί του, αλλά τον άφησαν εκεί να πεθάνει. Στη συνέχεια, μετά το γεγονός, είπαν ψέματα και προσπάθησαν να εξαλείψουν από το έργο του τα πιο ρητά μαρξιστικά στοιχεία.
Αυτοί οι λεγόμενοι «μαρξιστές» υποστηρίζονταν ανοιχτά από την καπιταλιστική άρχουσα τάξη, ιδιαίτερα από το Ίδρυμα Ροκφέλερ [Rockefeller Foundation], επειδή έκαναν το είδος της ιδεολογικής εργασίας που εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Όταν η Σχολή της Φρανκφούρτης μεταφέρθηκε στην κατεχόμενη Δ. Γερμανία, συνεργάστηκε στενά με Γερμανούς καθηγητές που είχαν συνεργαστεί με τους Ναζί και, στην πραγματικότητα, τους ενσωμάτωσε άμεσα στην ηγεσία του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών [Institute for Social Research]. Ο μακροβιότερος διευθύνων σύμβουλος της Σχολής της Φρανκφούρτης από το 1975 έως το 2001 ήταν ένας άνδρας με το όνομα Ludwig von Friedberg, ο οποίος είχε περάσει περισσότερο χρόνο ως ναζί παρά ως πρώην ναζί πριν αρχίσει να εργάζεται στη Σχολή της Φρανκφούρτης, και είναι μόνο ένα παράδειγμα από πολλά άλλα που εντάχθηκαν στην ηγεσία.
7 μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης εργάστηκαν για την κορυφαία ιμπεριαλιστική κυβέρνηση του κόσμου για συνολικά πάνω από 50 χρόνια σε αυτό που αποκαλώ «Σχολή της Ουάσιγκτον». Και αυτό ήταν το εφαλτήριο για την καριέρα τους σε μερικά από τα πιο διάσημα ιδρύματα του Ιμπεριαλιστικού Σώματος.
Herbert Marcuse.
Θα μάθετε, επίσης, ότι ο Herbert Marcuse παραποίησε τη σχέση του με την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA). Όχι μόνο διατηρούσε τακτική αλληλογραφία μαζί τους σχετικά με το έργο που πραγματοποιούσε —ως ο κορυφαίος, σύμφωνα με τουλάχιστον έναν ερευνητή, εμπειρογνώμονας σε θέματα κομμουνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ [US State Department]— αλλά συμμετείχε επίσης στη σύνταξη και στις συζητήσεις για τουλάχιστον 2 Εθνικές Εκτιμήσεις Πληροφοριών [National Intelligence Estimates], που αποτελούν την υψηλότερη μορφή πληροφοριών για την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Συνέχισε να ασκεί αυτό το έργο όταν μετακόμισε στην ακαδημαϊκή κοινότητα και ήταν στην πραγματικότητα πράκτορας του Υπουργείου Εξωτερικών κατά τα πρώτα χρόνια της ακαδημαϊκής του καριέρας στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, στο Ρωσικό Ινστιτούτο και στο Ρωσικό Κέντρο του Χάρβαρντ. Επιπλέον, έγινε ο πνευματικός ηγέτης του «Marxism-Leninism Project», ενός τεράστιου διεθνούς προγράμματος που διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Ροκφέλερ με σκοπό να δυσφημίσει τον μαρξισμό-λενινισμό και να ενισχύσει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε δυτικό μαρξισμό.










